σαν τον Σέρλοκ


καλησπέρα αγαπητοί μου φίλοι, μετά από ένα διάστημα απουσίας λόγω στρατιωτικών υποχρεώσεων, επιστρέφω στο ζεστό (προσωπική άποψη) μου σπιτάκι. Αυτή τη περίοδο με αφορμή μια τηλεοπτική σειρά το Sherlock Holmes, έψαξα το γραπτά του Sir Arthur Conan Doyle.

Μου έκανε τρελή εντύπωση η εμμονή του με την λεπτομέρεια, κάθετί το οποίο στον «απλό» αναγνώστη δείχνει ασήμαντο άρα και πέραν κάθε προσοχής, αυτή τη λεπτομέρεια την εμφανίζει σαν κλειδί του μυστηρίου μέσα στις ιστορίες του. Κάνω αυτή τη στιγμή που γράφω προσωπική επισκόπηση και διακρίνω μεγάλο έλλειμμα στον τομέα αυτό.  Πολλές φορές τρέχουμε να προλάβουμε τουλάχιστον από συνήθεια και δεν δείχνουμε την πρέπουσα σημασία στα μικρά, σε όλα αυτά που φτιάχνουν τη κάθε στιγμή μας. σας τον συνιστώ ανεπιφύλακτα ιδίως στις καλοκαιρινές σας διακοπές, και εύχομαι καλό υπόλοιπο καλοκαιριού 🙂

Conan doyle.jpg

στο λαβύρινθο της επικοινωνίας με τους άλλους


  δεν είμαι δα και κανένας ημίθεος ή υπόδειγμα διαπροσωπικών σχέσεων. στο παρελθόν ήταν άπειρες οι φορές που απλά κουράστηκα να περιμένω από τους άλλους να με καταλάβουν, που έφτασα  μαζί τους στα άκρα απλά για να επιβεβαιώσω το ενδιαφέρον τους. με ζάλισαν τα διλλήματα της ειλικρίνειας ,της αγάπης.

πρόσφατα διάβασα το βιβλίο του π. Φιλόθεου Φάρου “Η διαχείριση της αγάπης” το οποίο και συνιστώ ανεπιφύλαχτα.

σας παραθέτω και ένα μικρό απόσπασμα από αυτό:

…..”σε όλους μας έχει συμβεί να προδώσουν οι άλλοι την εμπιστοσύνη που τους δείξαμε. Αυτό μας βάζει στον πειρασμό να γίνουμε πικρόχολοι και να χάσουμε την πίστη μας στους ανθρώπους και στο Θεό. Αλλά αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι σε αντίφαση με την εμπιστοσύνη, είναι μέρος απ’ αυτήν. Η εμπιστοσύνη, αν πρόκειται να επιτελέσει το πλήρες έργο της, είναι απαραίτητο να περιλαμβάνει και την αναξιοπιστία και η πίστη την αμφιβολία. Εγώ μπορώ να δεχτώ αυτή τη διαπίστωση, γιατί αναγνωρίζω την αμφιβολία, που είναι μέρος από την πίστη μου την οποία ο Θεός αποδέχεται ως ένα μέρος του εαυτού μου και η οποία απαιτεί από την πίστη την διεξαγωγή ενός αγώνα. Τελικά η πίστη είναι για την αμφιβολία, το θάρρος για την ανασφάλεια, η αγάπη για το μίσος. Αντί να μεμψιμοιρούμε για την ύπαρξη του μίσους, της ανασφάλειας, της αναξιοπιστίας, θα ήταν χρησιμότερο να τα δεχτούμε ως μέρος της ζωής και ως ερεθίσματα για μια προσπάθεια ενίσχυσης της πίστης, του θάρρους και της αγάπης. “

http://www.armosbooks.gr/product_info.php/products_id/150570

Το παλάτι μου–Φώτης Κόντογλου (3ο μέρος)


 

….Με την κουβέντα νύχτωσε και ο Σεβάχ ο Θαλασσινός ενθουσιάστηκε. Το φως του φεγγαριού περισκέπασε με μυστήριο τ’ ασκηταριό μου, τα δέντρα νόμιζες πως  στάζανε υδράργυρο, το χώμα γίνηκε σαν ασημένιο. Πέσανε ίσκιοι μυστηριώδεις, όλα είχανε γίνει αλλόκοτα. Γύρω από την πόρτα το φίδι νόμιζες πως ζωντάνεψε και πως σιγοσφύριζε. Η καρυδιά σαν νά ‘τανε αφιονισμένη, τα φύλλα της στέκανε ασάλευτα ολότελα. Μοσκοβολιά πολλή έβγαινε από τα λουλούδια κι από τ’αγριοβότανα. Κείνη την ώρα δεν ήτανε η Μπομπάσα κι η Σαχάρα και τα θηρία που μας μαγεύανε. Ήτανε η θέρμη κ’ η αγάπη που έσμιγε τις ψυχές μας, επειδή δεν νοιαζόμαστε για κάποια πράγματα που ξεραίνουνε και στομώνουνε την ψυχή, θές λεφτά πές τα, θες φιλοδοξίες, θες μίσος, θες καυχησιά, μ’ ένα λόγο κάθε λογής μικρολογία. Γι’ αυτό και το φώς του φεγγαριού και το σούρουπο των δέντρων κ’ η μοσχοβολιά των λουλουδιών, ταιριάζανε με την κατάνυξή μας κ’ η ομιλία μας ήτανε σαν μυσταγωγία.

*

Μ’ όλο που ζω παράμερα στο ερημητήρι μου, σαν να βρίσκουμαι μακρυά από την Αθήνα, ωστόσο παρά που καλοκαιρεύει πεθύμησα να φύγω μακρυά, να πάγω κατά τη θάλασσα. Να κρυφτώ, να μή με ξέρει κανένας, να ξεχαστώ σα νά ‘μαι πεθαμένος. Πόσο ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν τον ξέρει κανένας! Άν γνώριζε την ευτυχία του! Πόσο ζήλεύω κάτι ανθρώπους όπου ζούνε σε κάποια μέρη που δεν τα βάζει κανένας στο νου το, και που κανένας δεν μαθαίνει αν ζούνε ή αν πεθάνανε! Τους συλλογίζουμαι και ξεκουράζουμαι. Καλότυχος ο άνθρωπος που κατάλαβε από νωρίς, πως όποιος ζει με πολλές έγνοιες είναι δυστυχισμένος και πως όποιος ζει κρυφά, δίχως να τον ξέρουνε οι άλλοι, αυτός είναι βλογημένος. Ας είναι φτωχός, ας είναι στεναχωρεμένη η ζωή του, πάντα έχει ένα μεγάλο κέρδος ο τέτοιος άνθρωπος: γλυτώνει από πολλά φαρμάκια. Γι’ αυτό θέλω και γω να πάγω σ’ ένα μέρος, που να μην θυμάται κανένας, να ξεχαστώ κ’ εγώ σαν να μην υπάρχω….

Η συνέχεια του μύθου


Όταν πέθανε ο Νάρκισσος, ήρθαν οι Ορειάδες- νύμφες
του δάσους- και διαπίστωσαν πως η λίμνη είχε μετατραπεί από λίμνη γλυκού νερού
σε αμφορέα αλμυρών δακρύων.

     
Γιατί κλαις; Ρώτησαν οι Ορειάδες

     
Κλαίω για το Νάρκισσο είπε η λίμνη

     
Α, δε μας εκπλήσσει που κλαις για το
Νάρκισσο , συνέχισαν εκείνες. Στο κάτω κάτω, παρόλο που εμείς τον κυνηγούσαμε
στο δάσος, εσύ ήσουν η μόνη που είχε την ευκαιρία να θαυμάσει από κοντά την
ομορφιά του.

     
Μα, ήταν όμορφος ο Νάρκισσος; Ρώτησε η
λίμνη.

     
Ποιος να το ξέρει καλύτερα από σένα;
Απάντησαν έκπληκτες οι Ορειάδες. Στο κάτω κάτω , στις όχθες σου έσκυβε κάθε
μέρα.

 

Η λίμνη έμεινε για λίγο σιωπηλή . Μετά είπε:

     
Κλαίω για το Νάρκισσο, αλλά δεν είχα
καταλάβει ότι ήταν όμορφος. Κλαίω για το Νάρκισσο γιατί, κάθε φορά που έσκυβε
στις όχθες μου, εγώ μπορούσα να βλέπω στα βάθη των ματιών του την αντανάκλαση
της ίδιας μου της ομορφιάς.

Όσκαρ Ουάιλντ

Για έναν πολεμιστή ο λόγος


"Κάθε πολεμιστής του φωτός φοβήθηκε όταν αντιμετώπισε μια μάχη
Κάθε πολεμιστής του φωτός πρόδωσε και είπε ψέματα στο παρελθόν
Κάθε πολεμιστής του φωτός πήρε ένα δρόμο που δεν ήταν δικός του
Κάθε πολεμιστής του φωτός υπέφερε για πράγματα που στερούνταν σημασίας
Κάθε πολεμιστής του φωτός σκέφτηκε πως δεν είναι πολεμιστής του φωτός
Κάθε πολεμιστής του φωτός αμέλησε τα πνευματικά του καθήκοντα
Κάθε πολεμιστής του φωτός πλήγωσε κάποιον που αγαπούσε

Γι’ αυτό είναι πολεμιστής του φωτός: επειδή πέρασε αυτές τις εμπειρίες και δεν έχασε την ελπίδα ότι θα γίνει καλύτερος"

τελικά τί στο καλό είναι αυτός ο " πολεμιστής του φωτός";
 κάτι ανθρώπινο που φτάνει το θεϊκό ;
κάτι θεϊκό  σε ανθρώπινη μορφή;
σίγουρα πάντως ένας πολεμιστής

– στην καθημερινότητα αγωνίζεται για το παρόν
με το βλέμμα στραμμένο στην αιωνιότητα

πάντως δεν είναι δρόμος στρωμένος …με ροδοπέταλα…..

τα " …."
είναι από το
"Εγχειρίδιο του πολεμιστή του φωτός" του Paulo Coelho

Γιῶργος Σεφέρης – Ὁμιλία κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ Λογοτεχνίας στὴ Στοκχόλμη


Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ – ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.

Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε …». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυρρανισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.

(11 Δεκεμβρίου 1963)

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν


Τελευταίος Σταθμός

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη,
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι,
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι και από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία,
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ΄λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους,
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο,
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν,
σαν έρθει ο θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι,
σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε ν ατην αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν,
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες,
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α’ σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει,
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας. «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

Γιώργος Σεφέρης

(λίγο μεγάλο… αλλά τέλειο 🙂 )

Γιώργος Σεφέρης


 

 

 

Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιώ ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ενα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Οτι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου
.

Συλλογή .. " Μυθιστόρημα"