Το παλάτι μου–Φώτης Κόντογλου (3ο μέρος)


 

….Με την κουβέντα νύχτωσε και ο Σεβάχ ο Θαλασσινός ενθουσιάστηκε. Το φως του φεγγαριού περισκέπασε με μυστήριο τ’ ασκηταριό μου, τα δέντρα νόμιζες πως  στάζανε υδράργυρο, το χώμα γίνηκε σαν ασημένιο. Πέσανε ίσκιοι μυστηριώδεις, όλα είχανε γίνει αλλόκοτα. Γύρω από την πόρτα το φίδι νόμιζες πως ζωντάνεψε και πως σιγοσφύριζε. Η καρυδιά σαν νά ‘τανε αφιονισμένη, τα φύλλα της στέκανε ασάλευτα ολότελα. Μοσκοβολιά πολλή έβγαινε από τα λουλούδια κι από τ’αγριοβότανα. Κείνη την ώρα δεν ήτανε η Μπομπάσα κι η Σαχάρα και τα θηρία που μας μαγεύανε. Ήτανε η θέρμη κ’ η αγάπη που έσμιγε τις ψυχές μας, επειδή δεν νοιαζόμαστε για κάποια πράγματα που ξεραίνουνε και στομώνουνε την ψυχή, θές λεφτά πές τα, θες φιλοδοξίες, θες μίσος, θες καυχησιά, μ’ ένα λόγο κάθε λογής μικρολογία. Γι’ αυτό και το φώς του φεγγαριού και το σούρουπο των δέντρων κ’ η μοσχοβολιά των λουλουδιών, ταιριάζανε με την κατάνυξή μας κ’ η ομιλία μας ήτανε σαν μυσταγωγία.

*

Μ’ όλο που ζω παράμερα στο ερημητήρι μου, σαν να βρίσκουμαι μακρυά από την Αθήνα, ωστόσο παρά που καλοκαιρεύει πεθύμησα να φύγω μακρυά, να πάγω κατά τη θάλασσα. Να κρυφτώ, να μή με ξέρει κανένας, να ξεχαστώ σα νά ‘μαι πεθαμένος. Πόσο ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν τον ξέρει κανένας! Άν γνώριζε την ευτυχία του! Πόσο ζήλεύω κάτι ανθρώπους όπου ζούνε σε κάποια μέρη που δεν τα βάζει κανένας στο νου το, και που κανένας δεν μαθαίνει αν ζούνε ή αν πεθάνανε! Τους συλλογίζουμαι και ξεκουράζουμαι. Καλότυχος ο άνθρωπος που κατάλαβε από νωρίς, πως όποιος ζει με πολλές έγνοιες είναι δυστυχισμένος και πως όποιος ζει κρυφά, δίχως να τον ξέρουνε οι άλλοι, αυτός είναι βλογημένος. Ας είναι φτωχός, ας είναι στεναχωρεμένη η ζωή του, πάντα έχει ένα μεγάλο κέρδος ο τέτοιος άνθρωπος: γλυτώνει από πολλά φαρμάκια. Γι’ αυτό θέλω και γω να πάγω σ’ ένα μέρος, που να μην θυμάται κανένας, να ξεχαστώ κ’ εγώ σαν να μην υπάρχω….

Advertisements

Το παλάτι μου–Φώτης Κόντογλου (2ο μέρος)


 

….” Λοιπόν, κ’ εγώ κάθουμαι απ’ έξω από το κουβούκλι μου, που ‘ναι σαν κελλί κανενός ασκητή, και δε βαριέμαι ώρες των ωρών, ας είναι όλο το υποστατικό μου ίσαμε μια γαϊδουροκυλίστρα. Ο μέρμηγκας με χαιρετά, λογής- λογής μαμούδια περπατάνε απάνω στο χώμα, άλλα ανεβαίνουνε στα δέντρα και τα πιο μικροκαμωμένα σεργιανάνε απάνω στο χέρι μου. Το καθένα έχει το σουλούπι του. Πώς βγαίνουνε τόσα σχέδια από τα σπλάχνα του Θεού! Με τί φροντίδα και με τί αγάπη είναι όλα τεχνουργημένα! Και πόση αθωότητα έχουνε στο περπάτημά τους! Είναι σαν τα στραβοκάνικα παιδάκια που τρέχουνε τα κακόμοιρα μέσα σ’ αυτόν τον απέραντο κόσμο. Τα πουλάκια κρύβονται ντροπαλά μέσα στα κλωνιά. Πόσο θά ‘θελα να μή με φοβούνται. Και όμως πώς να τα κάνω να με πιστέψουνε, πώς τ’ αγαπώ, και δεν είμαι θηρίο να τα σκοτώσω; Κοιτάζω τα λουλούδια. Είναι ζωντανά μυστήρια! Χρυσόμυγες, χρυσοβασιλιάδες και πεταλούδες, πετάνε ανάμεσα στις πρασινάδες. Η γάτα μας κάθεται στον ίσκιο χωμένη στα χορτάρια και παραφυλάγει. Φυλάγει το γατί της, ένα αξιαγάπητο τελώνιο, που δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω, γιατί σκαρφαλώνει απάνω μου και παίζει με το μολύβι που γράφω. Τί αθωότητα πό ‘χουνε τα καϋμένα τα ζώα! Όλα τους είναι έμορφα, γιατί σε ό,τι κάνουνε δεν έχουνε προσποίηση, που έχουμε εμείς οι άνθρωποι.

Όσοι δεν χάνουνε τον καιρό τους με τέτοια μικρολογήματα, θα με πούνε χασομέρη. Μα αυτοί είναι χασομέρηδες, γιατί χάνουνε τον καιρό τους και τη μέρα και τη νύχτα, και ξοδεύουνε τη ζωή τους κυνηγώντας πράγματα που δεν τους δίνουνε αληθινή ευτυχία.”Τί γαρ ωφελείται άνθρωπος κερδίσας τον κόσμον όλον, εαυτόν δε απολέσας ή ζημιωθείς;”

*

Έρχονται στο παλάτι μας να μας δούνε κάμποσοι άνθρωποι λογιών- λογιών. Εγώ τους αποφεύγω, γιατί πολλοί από δαύτους είναι κούφιοι, κ’ έρχουνται να μας δούνε από περιέργεια, τί λογής άνθρωποι είμαστε. Μα εγώ δεν είμαι κανένας ρινόκερως, ή κανένας ιπποπόταμος, για νά ‘ρχουνται να με βλέπουνε. Κάποιοι από δαύτους είναι πλούσιοι, έχουνε παλάτια και αρχοντικά. Μα σαν έρθουνε και κάτσουνε στο δικό μου το παλάτι, γυρίζουνε και λένε: “ τί ωραία πού ‘ναι εδώ πέρα!” Έρχουνται νευριασμένοι, ανήσυχοι, και σαν φύγουνε είναι ήσυχοι και φχαριστημένοι. Η φτώχια μας χαρίζει χαρά κ’ ησυχία στους πλούσιους! Γιατί τα δικά τους είναι αγορασμένα με λεφτά κ’ είναι ξένα για δαύτους , επειδής αγοράζουνε έγνοιες και σκουτούρες, ενώ η δική μου η φτώχεια είναι γλυκειά , επειδή το κάθε τι είναι δεμένο με την αγάπη, και δεν έχει εκείνη την ψεύτικη σκηνοθεσία που τα κάνει όλα κρύα. Άχ! Μοναχά εμείς οι φτωχοί ποιητές ξέρουμε ΄πού  πουλάνε αυτή την θαυματουργή κόλλα, που κολλά τον άνθρωπο με το κάθε τί που βρίσκεται γύρω του και που του το κάνει αγαπημένο!

Εξόν από κάτι τέτοιους που δεν πολυέρχουνται, γιατί τους αποφεύγω, έρχουνται κάμποσοι καλοί και απλοί άνθρωποι, φτωχοί σαν κ’ εμένα, μά άνθρωποι με ουσία. Προχτές ήρθε να με δεί ένας μυστήριος Σεβάχ Θαλασσινός, και πολύ φχαριστήθηκα. Καθήσαμε κάτ’ από την καρυδιά και περάσαμε καλά, γιατί κουβεντιάζαμε και νόστιμα. Είτανε πολυταξιδεμένος: χάθηκε μέσα στη Σαχάρα, λίγο έλειψε να πεθάνει από τη δίψα. Ύστερα πήγε στο Κιλιμάντζαρο, κ’ εκειπέρα έζησε με τους αραπάδες, ανάμεσα σε λιοντάρια και σε άλλα θηρία. Μού ‘φερε και πεντέξη πεταλούδες δυσεύρετες, από χιλιάδες πεταλούδες που έχει μπαλσαμωμένες. Στη Μπομπάσα κάθισε έξη μήνες και ψάρευε με τους αραπάδες. Κι άλλα πολλά. Ό,τι έλεγε, τό ‘λεγε απλά και με αφέλεια, δίχως να θαρρεί πώς είναι σπουδαία αυτά που πέρασε. Επειδής αγάπα πολύ το διάβασμα, κουβαλούσε μαζί του πάντα ένα βιβλίο για κείνα τα μέρη. Τώρα μού ‘πε πως μεταφράζει τις “Περιπέτειες του Τηλέμαχου”. Μ’ άλλα λόγια, είτανε κι αυτός ωραία ψυχούλα…”

Το παλάτι μου–Φώτης Κόντογλου (1ο μέρος)


 

εισαγωγικά

η επιστροφή σε κάθε σπίτι που αφήνεις είτε προσωρινά είτε μόνιμα, είναι ευλογημένη και γεμάτη αναμνήσεις χαράς μα και λύπης. σκαλίζεις  αντικείμενα που θυμάσαι από τότε που έπεφτες πάνω τους μποσουλώντας… με αφορμή λοιπόν το δικό μου ευλογημένο καταφύγιο, θα δανειστώ “Το παλάτι μου” από το φωτισμένο βιβλίο του Φώτη Κόντογλου με τίτλο “Ευλογημένο καταφύγιο”.

                                                  ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΜΟΥ
                                          
Και τα όνειρά μου


                         "τίς εστί πλούσιος; ο εν ολίγω αναπαυόμενος"

 Τώρα που πρασινίσανε τα δέντρα, το καλύβι μας είναι πιο χαροποιό από τα πλουσιόσπιτα. Μπροστά έχει μιαν αυλή με πρασινάδα από τις δυό μεριές και σαν τ’ αντικρύσεις, θαρρείς πως είναι ζωγραφια. Κοντά στην πόρτα έχει μιά καρυδιά, ένα δέντρο πυκνόφυλλο, παληκαρόδεντρο’ μοσκοβολάνε τα μεγάλα τα φύλλα του, και ρίχνουνε επάνω στο καλύβι μια πράσινη δροσάτη αντιφεγγιά. Μυστήριο το περισκεπάζει, λες κ’ είναι το δέντρο της Δωδώνης. Η πόρτα είναι χαμηλή, παλατόπορτα σαν το παλάτι μας, και την έχει περιζωσμένη ένα φίδι μακρύ ίσαμε τρεις οργιές, αγκαθωτό, πράσινο, με κάτι φιδόπουλα πού’ ναι φυτρωμένα στη ρίζα του. Ο Παράδεισος δε μπορεί να’ ναι δίχως φίδι, μα το δικό μας το φίδι είναι αθώο, άκακο, ασάλευτο, ειρηνικό, ένα δεντρένιο φίδι. Το παλάτι μας δεν είναι ψηλό παραπάνω από ενάμιση μπόι, κ΄η μικρή καρυδιά φαίνεται σαν κανένα βαοβάβ μπροστά του. Όλα μικρά, όλα ταπεινά. Τώρα το καλοκαίρι κάθουμε απ’ έξω περισκεπασμένος από την πρασινάδα και ραχατεύω. Δόξα σοι ο Θεός, δεν έχω μάταιες έγνοιες, είμαι φχαριστημένος με ό,τι έχω. Τί χρειάζεται παραπάνω στον άνθρωπο; Μάλιστα, πολλές φορές μου φαίνεται πως έχω πιο πολλά απ’ όσο πρέπει. Ο πολύς ο κόσμος κάνει ό,τι κάνουνε τα μερμήγκια που μαζεύουνε περισσότερα απ’ όσα τους χρειάζουνται και το καλοκαίρι τα κουβαλάνε πάλι έξω από τη φωλιά τους και τα πετάνε. Μαζεύουνε κ’ οι άνθρωποι ένα σωρό πράγματα, μα δε βρίσκουνε καιρό να τα χαρούνε, γιατί ολοένα μαζεύουνε. Και το κάθε πράγμα, για να το χαρείς, δεν φτάνει να το κοιτάζεις μονάχα έτσι αδιάφορα, παρά πρέπει να το περιεργασθείς σε κάθε ώρα, να το γνωρίσεις όπως γνωρίζεις έναν άνθρωπο, ώστε να πιάσεις να κουβεντιάζεις μαζί του και να τ’ αγαπήσεις. Αφού λοιπόν δεν τ΄αγαπάνε με γνώση οι άνθρωποι τα όσα έχουνε, τί τα μαζεύουνε; Γι’ αυτό λέγω, πως κι αυτά τα λιγοστά πράγματα που είναι κοντά μου, αυτά τα φτωχά και ταπεινά, κι αυτά μου φαίνουνται πολλά για να τα κάνω δικά μου. Γιατί δικό σου είναι ένα πράγμα, όχι γιατί τ’αγόρασες, είτε γιατί σου το δώσανε, είτε γιατί το φύτεψες, είτε γιατί τό ‘χτισες, είτε γιατί το μεγάλωσες, μα γίνεται δικό σου γιατί το ζέστανες με την καρδιά σου, και κείνο σου φανερώνει την ψυχή του και μιλά μαζί σου και τ’αγαπάς και σ’αγαπά. Αλλοιώς δε μπορεί άνθρωπος να κάνει δικό του τίποτα, αν λείπει τούτη η μυστική ανταπόκριση. Περπατάς στο δρόμο, περνάς έξ’ από τα περιβόλια κι από λογής- λογής υποστατικά. Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι δικό σου, όλα είναι αγορασμένα από άλλους. Και όμως, εσύ τα νοιώθεις και τ’ αγαπάς περισσότερο και μιλάς με τα δέντρα και με τα λουλούδια και κείνα σου μιλάνε με κάποια γλώσσα που ίσως δεν την ξέρει αυτός που τά ‘χει αγορασμένα, για τούτο κατά βάθος είναι δικά σου. Κι αυτά, σαν να σου γνέφουνε με αγάπη μέσα από τα κάγκελα κι από τους τοίχους που τά’ χουνε κατακλειδωμένα οι άλλοι, δίχως να μπορούνε με τούτο οι δυστυχείς να τα κάνουνε δικά τους, σαν τους γέρους που κλειδώνουνε μάταια τις όμορφες γυναίκες τους…